Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Ζήτηση και Προσφορά Δεξιοτήτων Μέχρι το 2020



Το διάστημα 2008-2010 εξαιτίας της οικονομικής επιβράδυνσης χάθηκαν στην Ευρώπη περίπου 5,5 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Παρότι ο αριθμός αυτός είναι αναμφισβήτητα μεγάλος, είναι χαμηλότερος από εκείνον που αρχικά αναμενόταν.
Για τη δεκαετία που διανύουμε, το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) προβλέπει ότι οι ευκαιρίες απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα αυξηθούν κατά 83 εκατομμύρια κατά προσέγγιση. Από αυτά, τα 8 περίπου αφορούν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενώ οι υπόλοιπες αφορούν σε υπάρχουσες θέσεις που θα μείνουν κενές λόγω της αποχώρησης μέρους του εργατικού δυναμικού από την αγορά εργασίας. Οι προβλέψεις για τη χώρα μας είναι πιο απαισιόδοξες, δεδομένου ότι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας αναμένεται να είναι αρνητική (-227 χιλιάδες). Οι συνολικές ευκαιρίες απασχόλησης, όμως, υπολογίζονται θετικές, 1.177.000, και θα προκύψουν ουσιαστικά από την ανάγκη κάλυψης υφιστάμενων θέσεων οι οποίες θα παραμείνουν κενές (1.404.000).
Η αύξηση των θέσεων εργασίας προβλέπεται ότι δεν θα αφορά στον ίδιο βαθμό τους εργαζομένους όλων των επιπέδων δεξιοτήτων. Το 45% περίπου των νέων θέσεων εργασίας στην Ευρώπη μέχρι το 2020, θα αφορά σε εργαζομένους υψηλών δεξιοτήτων, ενώ άλλο ένα 45% σε εργαζομένους μετρίων προσόντων.
Αντίθετα, η ζήτηση για εργαζομένους χαμηλών προσόντων θα περιοριστεί σε μόλις 10% και θα οφείλεται αποκλειστικά στην ανάγκη κάλυψης θέσεων που θα μείνουν κενές, δεδομένου ότι η ζήτηση λόγω επέκτασης θα είναι αρνητική (-12%). Στην Ελλάδα η κατάσταση διαφοροποιείται ελαφρώς, καθώς η πλειοψηφία της ζήτησης προβλέπεται ότι θα αφορά σε άτομα μετρίων προσόντων (46%), ενώ το ποσοστό των θέσεων εργασίας για εργαζομένους υψηλών δεξιοτήτων υπολογίζεται σε 38%. Όπως και στην Ευρώπη αλλά σε εντονότερο βαθμό, η ζήτηση λόγω επέκτασης για τα άτομα χαμηλών προσόντων θα είναι αρνητική (-19%), παρόλα αυτά αρκετές υπάρχουσες θέσεις εργασίας θα μείνουν κενές, με αποτέλεσμα η συνολική ζήτηση για τους εργαζομένους αυτών των δεξιοτήτων να είναι θετική (16% της συνολικής ζήτησης) (Διάγραμμα 1).
Διάγραμμα 1. Νέες θέσεις εργασίας ανάλογα με το επίπεδο δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού για το 2010-2020 (σε χιλ.)

Πηγή: Cedefop, Skills Forecasts, 2013.
Σημείωση: Χαμηλών δεξιοτήτων θεωρούνται οι απόφοιτοι πρωτοβάθμιας και κατώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μετρίων δεξιοτήτων θεωρούνται οι απόφοιτοι ανώτερης δευτεροβάθμιας και μετα-δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και υψηλών δεξιοτήτων οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως το επίπεδο δεξιοτήτων που κατέχει το εργατικό δυναμικό στις διάφορες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζει μεγάλες αποκλίσεις, αντικατοπτρίζοντας διαφορές στο εκπαιδευτικό σύστημα, στις οικονομικές δομές αλλά και στη ζήτηση δεξιοτήτων. Για το σύνολο της Ευρωζώνης τη δεκαετία 2000-2010 παρατηρείται μεγάλη αύξηση των ατόμων με υψηλές δεξιότητες κατά 40,3%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα ανέρχεται σε 51,2%. Οι εργαζόμενοι υψηλών δεξιοτήτων αναμένεται να σημειώσουν περαιτέρω αύξηση τη δεκαετία που διανύουμε, καθώς θα υπάρξει σε κάποιο βαθμό αντικατάσταση των εργαζομένων που θα συνταξιοδοτηθούν και οι οποίοι είχαν λιγότερες ευκαιρίες να αποκτήσουν τα τυπικά προσόντα. Στον αντίποδα, κατ' επέκταση, βρίσκεται το εργατικό δυναμικό χαμηλών δεξιοτήτων, το οποίο αναμένεται να συρρικνωθεί περαιτέρω την τρέχουσα δεκαετία κατά περίπου 28%. Όσον αφορά, τέλος, στα άτομα με μεσαίες δεξιότητες αναμένεται μικρή αύξηση κατά 3% περίπου στην Ευρώπη, ενώ στην Ελλάδα η προβλεπόμενη αύξηση τοποθετείται κοντά στο 9% (Διάγραμμα 2).
Διάγραμμα 2. Προσφορά δεξιοτήτων σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση (ποσοστιαία μεταβολή).
Πηγή: Cedefop, Skills Forecasts, 2013.
Σημείωση: Οι τιμές για τη δεκαετία 2010-2020 αφορούν σε προβλέψεις.
Δανιηλοπούλου Νικολέτα, MSc
Οικονομολόγος
Ερευνήτρια EduJob

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

ΙΕΚ & Επαγγελματική Αποκατάσταση

Οι ημέρες που διανύουμε είναι από τις δυσκολότερες στη ζωή των νέων ανθρώπων, οι οποίοι τελείωσαν το Λύκειο και περνούν τη δοκιμασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Όλοι οι μαθητές ζουν με την αγωνία αν θα τα καταφέρουν με τις εξετάσεις και αν θα μπορέσουν να εισαχθούν σε κάποιο ίδρυμα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Όμως, η τύχη δεν θα είναι ευνοϊκή για όλους, αλλά και όλοι δεν θέλουν ή δεν μπορούν να φτάσουν μέχρι τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ.
Άλλωστε, τόσο τα παιδιά αλλά πολύ περισσότερο οι γονείς, θα πρέπει ν' αποδεχτούν ότι η Ανώτατη Εκπαίδευση δεν είναι μονόδρομος! Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι που μπορεί ν' ακολουθήσει ένας νέος, και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία και γρήγορη επαγγελματική αποκατάσταση.
Μια τέτοια επιλογή είναι οι σπουδές στα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), τα οποία τα τελευταία χρόνια επιλέγουν όλο και περισσότεροι νέοι, καθώς οι ειδικότητες που προσφέρουν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εποχής, ενώ η απάντηση στο ερώτημα "ποιες είναι οι πιο δημοφιλείς ειδικότητες" διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της τοπικής αγοράς εργασίας.
Η εξειδίκευση που προσφέρουν οι σπουδές στα ΙΕΚ δίνει τη δυνατότητα στους αποφοίτους να έχουν μεγαλύτερες προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης, καθώς η αγορά θέλει άτομα που έχουν αποκτήσει εξειδίκευση σε κάποιον τομέα, όπως για παράδειγμα ο Τεχνικός Εφαρμογών Πληροφορικής, Διοικητικό και Οικονομικό Στέλεχος Επιχειρήσεων,Ειδικός Εφαρμογών Αισθητικής, Νοσηλευτικής Τραυματολογίας, Ειδικός Φοροτεχνικού Γραφείου, Ειδικός Εμπορίας, Διαφήμισης και Προώθησης Προϊόντων (Marketing), Τεχνικός Μαγειρικής Τέχνης κ.ά.
Για πολλές από τις ειδικότητες που προσφέρουν τα ΙΕΚ, έχουν κατοχυρωθεί τα επαγγελματικά δικαιώματα. Η άδεια άσκησης επαγγέλματος, όπου αυτή απαιτείται, εκδίδεται από την κατά περίπτωση αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας, στην οποία υπάγεται η κατοικία του αιτούντος. Ρύθμιση, όμως, επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν απαιτείται για όλα τα επαγγέλματα, καθότι η πρόσβαση σε πολλά από αυτά είναι ελεύθερη.
Οι διπλωματούχοι ειδικοτήτων των ΙΕΚ έχουν τη δυνατότητα εργασίας τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς άλλες προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι νέοι που επιθυμούν να καταρτιστούν σε κάποια από τις ειδικότητες που προσφέρονται στα ΙΕΚ, είναι απαραίτητο να ενημερώνονται έγκυρα για τα επαγγελματικά δικαιώματα των προσφερόμενων ειδικοτήτων, και για τις επιλογές που θα τους παρέχει το δίπλωμά τους ως προς την εύρεση εργασίας.
Η διάρκεια φοίτησης στα ΙΕΚ της χώρας είναι τέσσερα εξάμηνα, ωστόσο υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις για ορισμένες ειδικότητες. Πιο συγκεκριμένα, αν κάποιος απόφοιτος Επαγγελματικού λυκείου επιλέξει ειδικότητα με την οποία είχε ασχοληθεί και στο σχολείο του, τότε αυτομάτως απαλλάσσεται από τα δύο πρώτα εξάμηνα του ΙΕΚ και πηγαίνει απευθείας στο δεύτερο έτος, ή αλλιώς στο 3ο εξάμηνο.
Χρήσιμες πληροφορίες
Κάθε έτος κατάρτισης αποτελείται από δύο αυτοτελή εξάμηνα κατάρτισης, το χειμερινό και το εαρινό, που το καθένα περιλαμβάνει 14 πλήρεις εβδομάδες. Το χειμερινό εξάμηνο κατάρτισης αρχίζει τον Οκτώβριο και τελειώνει το Φεβρουάριο και το εαρινό αρχίζει το Φεβρουάριο και τελειώνει τον Ιούνιο. Η κατάρτιση στα δημόσια ΙΕΚ, αρμοδιότητας του ΥΠΕΠΘ, πραγματοποιείται κυρίως τις απογευματινές ώρες.
Οι καταρτιζόμενοι παρακολουθούν υποχρεωτικά θεωρητικά, εργαστηριακά και μεικτά μαθήματα.
Κατά τη διάρκεια της κατάρτισης, η αξιολόγηση των καταρτιζομένων γίνεται, τόσο με τη διενέργεια εξετάσεων προόδου, κατά τη διάρκεια του εξαμήνου, όσο και με τη διενέργεια τελικών εξετάσεων στο τέλος του εξαμήνου.
Οι καταρτιζόμενοι που ολοκληρώνουν επιτυχώς την κατάρτισή τους στα Δημόσια και Ιδιωτικά ΙΕΚ, λαμβάνουν Βεβαίωση Επαγγελματικής Κατάρτισης. Η βεβαίωση αυτή τούς δίνει το δικαίωμα να συμμετέχουν στις εξετάσεις πιστοποίησης επαγγελματικής κατάρτισης για την απόκτηση Διπλώματος Επαγγελματικής Κατάρτισης επιπέδου δευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάστασης. Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια των σπουδών τους οι καταρτιζόμενοι τυγχάνουν αναβολής από τη στράτευση.

Ιωάννα Σίμη
Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου Εκπαιδευτικού Ομίλου ΞΥΝΗ

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Αναζωπύρωση του επιχειρηματικού πνεύματος μέσω της εκπαίδευσης


Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύει είναι περισσότερους επιχειρηματίες, περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος απαραίτητη καθίσταται η τόνωση του επιχειρηματικού πνεύματος των νέων, ενώ αναγνωρίζεται πλέον ευρέως ότι ο κυριότερος μοχλός προώθησης και ενίσχυσης της επιχειρηματικής νοοτροπίας και συμπεριφοράς είναι η εκπαίδευση.

Η επιχειρηματικότητα αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου να μετατρέπει τις ιδέες του σε πράξη. Κύρια συστατικά της είναι η δημιουργικότητα, η ικανότητα ανάληψης κινδύνου και πρωτοβουλίας, ανάπτυξης καινοτομίας, καθώς και η ικανότητα σχεδιασμού και διαχείρισης ενός project με σκοπό την επίτευξη ορισμένων στόχων. Προϋποθέτει, επομένως, ένα σύνολο ικανοτήτων, εξειδικευμένη γνώση και επιχειρηματικές δεξιότητες.

Ο υψηλός βαθμός επιχειρηματικότητας είναι κρίσιμο συστατικό για την ανταγωνιστικότητα και κατ' επέκταση για τους ρυθμούς ανάπτυξης μιας οικονομίας. Χωρίς τις θέσεις εργασίας που συνεπάγεται η δημιουργία νέων επιχειρήσεων, η αύξηση της απασχόλησης κατά μέσο όρο θα ήταν αρνητική. Οι νέες εταιρείες και, ιδιαίτερα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνιστούν τη σημαντικότερη πηγή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο αριθμός των νέων θέσεων εξαιτίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ευρώπη ανέρχεται σε 4 εκατομμύρια κάθε χρόνο. Ωστόσο, το ποσοστό των ατόμων που επιθυμούν να γίνουν επιχειρηματίες έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία τρία χρόνια στην Ευρώπη, από 45% σε 37%. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (50%), το 68% όμως των ατόμων πιστεύουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Ο σημαντικότερος παράγοντας που μπορεί να δώσει ώθηση στην επιχειρηματικότητα είναι η εκπαίδευση. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 15 με 20 τοις εκατό των μαθητών που λαμβάνουν μέρος σε κάποιο πρόγραμμα επιχειρηματικότητας κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ξεκινήσει μελλοντικά τη δική του επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσοστό του γενικότερου πληθυσμού κατά τρεις με έξι φορές. Επιπλέον  η απόκτηση ικανοτήτων σχετικών με την επιχειρηματικότητα συνδέεται με υψηλότερη απασχόληση των νέων: σε πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 78% των φοιτητών της επιχειρηματικότητας απασχολήθηκαν κατευθείαν μετά το πέρας των σπουδών τους, έναντι 59% των υπολοίπων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Επομένως, ή ένταξη της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση είναι από τις πιο προσοδοφόρες επενδύσεις στις οποίες θα πρέπει να δώσουν έμφαση οι ιθύνοντες προκειμένου να ενισχύσουν την ανάπτυξη, σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Παρόλα αυτά, όπως αποκαλύπτει η πιο πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου για την επιχειρηματικότητα, το 76% των Ευρωπαίων δηλώνει πως δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ κάποιο μάθημα σχετικό με την επιχειρηματικότητα. Το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα είναι ακόμα μεγαλύτερο και αγγίζει το 83%.

Παρόλο που αρκετές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιτυχημένα εισάγει την επιχειρηματικότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει πως η εκπαίδευση αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα θα πρέπει να μετατραπεί σε βιωματική μάθηση μέσα από παραδείγματα από την πραγματική ζωή και να συμπεριλαμβάνει τη συμμετοχή των ίδιων των επιχειρηματιών. Για το λόγο αυτό τον περασμένο Ιανουάριο υιοθέτησε το Entrepreneurship 2020 Action Plan, με το οποίο καλεί όλες τις χώρες μέλη να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση της επιχειρηματικότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέχρι το 2015. Προς την κατεύθυνση αυτή, θετική θα μπορούσε να αποβεί η χρήση εργαλείων εξειδικευμένης επιμόρφωσης (e-mentoring) για την επιλογή της κατάλληλης εκπαιδευτικής κατεύθυνσης με βάση τις επαγγελματικές προοπτικές που διαμορφώνονται. Οι άλλοι δύο πυλώνες που περιλαμβάνει το πρόγραμμα, εκτός από την εκπαίδευση και την κατάρτιση, αφορούν στη δημιουργία ενός καταλληλότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην καλλιέργεια μιας αντίληψης για τους επιχειρηματίες διαφορετικής από αυτήν που υπάρχει σήμερα. Το τελευταίο πηγάζει από το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες δεν προβάλλονται ως πρότυπα στη σημερινή κοινωνία, όπως συμβαίνει με άλλα επαγγέλματα, με αποτέλεσμα η καριέρα ως επιχειρηματίας να κατατάσσεται ιδιαίτερα χαμηλά στη λίστα με τα πιο ελκυστικά επαγγέλματα για τους νέους, κάτι που συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα για τα άτομα που θέλουν να ακολουθήσουν την κατεύθυνση αυτή.

Νικολέτα Δανιηλοπούλου
Οικονομολόγος MSc
Ερευνήτρια της Edujob.gr

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Ο Μακρύς Δρόμος της Διά Βίου Μάθησης

Η Διά Βίου Μάθηση (ΔΒΜ) στην Ελλάδα είναι ένας τομέας της εκπαίδευσης, όπου το τοπίο είναι θολό τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τις δράσεις και τα αποτελέσματά της. Κι αυτό, ενώ η σημασία της είναι τόσο μεγάλη για το άτομο και την επαγγελματική του πορεία, ώστε να αποτελεί προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Για τους λόγους αυτούς, είναι ιδιαίτερα σημαντική η πρώτη έκθεση για τη Διά Βίου Μάθηση στην Ελλάδα, την οποία εκπόνησε η Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης και αφορά το 2012. Στόχος της είναι να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα της ΔΒΜ στην Ελλάδα, καταγράφοντας όσο δυνατόν περισσότερες δράσεις ΔΒΜ, καθώς και τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από το δημόσιο τομέα και τους βασικούς κοινωνικούς εταίρους. Όσο για το συμπέρασμα που προκύπτει, αυτό είναι ότι ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή της πορείας και ο δρόμος είναι μακρύς και επίπονος.

Η γενική εικόνα που δείχνει η Έκθεση για την Ελλάδα είναι αποθαρρυντική, καθώς η χώρα μας εμφανίζει ένα ποσοστό μόλις 3% συμμετοχής σε προγράμματα ΔΒΜ ατόμων 25-65 ετών. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ-17 και το πέμπτο χαμηλότερο στην ΕΕ-27 - ακολουθούν Σλοβακία και Ουγγαρία (2,8%), Ρουμανία (1,3%) και Βουλγαρία (1,2%).

Η βελτίωση της κατάστασης συναντά ιδιαίτερες δυσκολίες, λόγω της ελλιπούς ή στρεβλής αντίληψης σχετικά με τη ΔΒΜ, αφού οι πάροχοι ΔΒΜ θεωρούν τον εαυτό τους διεκπεραιωτή χρηματοδοτικού προγράμματος αντί για πάροχο (αυτό αφορά περισσότερο του φορείς του Δημοσίου). Επίσης υπάρχει σημαντική άγνοια ή ελλιπής ενημέρωση, εκ μέρους των παρόχων, όσον αφορά τις αρχές και τις προδιαγραφές της ΔΒΜ και της εκπαίδευσης ενηλίκων, καθώς και άγνοια για τη συμμετοχή των ίδιων των φορέων στο θεσμοθετημένο Εθνικό Δίκτυο ΔΒΜ (ΕΔΔΒΜ), αλλά παρατηρείται σημαντική διάθεση εκ μέρους των παρόχων για συνεργασία και ανταλλαγή απόψεων για θέματα ΔΒΜ.

Για το προφανές ότι η κατάσταση αυτή χρειάζεται βελτίωση, η Έκθεση θεωρεί ότι απαιτείται: χαρτογράφηση του χώρου και διαρκής επικαιροποίηση του μητρώου των φορέων της ΔΒΜ, εκστρατεία ενημέρωσης των παρόχων για τη ΔΒΜ και το ΕΔΔΒΜ, εκπαίδευση και πιστοποίηση των εκπαιδευτών που υλοποιούν προγράμματα σε όλους τους φορείς (υπουργεία, οργανισμούς, ιδρύματα, συλλογικότητες κ.ά.), καθιέρωση προδιαγραφών ποιότητας για φορείς και προγράμματα (υπήρξε η τάση να αξιολογείται ένα πρόγραμμα βάσει του φορέα χρηματοδότησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών του), και, τέλος, ανάπτυξη συστήματος διασύνδεσης των παρόχων, ώστε να διευκολύνεται η αξιοποίηση συνεργειών και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας-δικτύωση των μελών του ΕΔΔΒΜ μέσω του portal της ΓΓΔΒΜ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές και δράσεις που πρόκειται να αναπτυχθούν θα πρέπει να είναι στραμμένες προς την κατεύθυνση της ανταπόκρισης σε συγκεκριμένες προκλήσεις:

  • αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των ατόμων 25-65 ετών στη ΔΒΜ
  • ενίσχυση της ελκυστικότητας των δομών και προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης ενηλίκων
  • άρση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στη ΔΒΜ
  • διϋπουργική συνεργασία για τον συντονισμό σε εθνικό επίπεδο για τα ζητήματα της ΔΒΜ
  • πιστοποίηση παρόχων και δικτύωσή τους σε εθνικό επίπεδο (ένταξή τους στο ΕΔΔΒΜ)
  • αξιοποίηση της συμπληρωματικότητας και των συνεργειών μεταξύ των παρόχων, με στόχο την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και την παράλληλη εξοικονόμηση πόρων
  • ανάπτυξη μηχανισμού παρακολούθησης και διασφάλισης της ποιότητας στη ΔΒΜ
  • στρατηγική αναδιοργάνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών ΔΒΜ ως προς το αντικείμενο, τα μέσα, τις διαδικασίες και τους ωφελούμενους με στόχο οι προσφερόμενες υπηρεσίες μάθησης να είναι:
    • υψηλής ποιότητας
    • προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα των πολιτών
    • πιο εύκολα προσβάσιμες σε όλους/ες
    • σε άμεση σύνδεση με την αγορά εργασίας και με την κοινωνία
    • ενταγμένες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε να διευκολύνεται η κινητικότητα μέσα σε αυτό.

Για να γίνει πιο κατανοητή η εικόνα του τοπίου που επιδιώκεται να διαμορφωθεί στο χώρο της ΔΒΜ, αξίζει να αναφερθούν οι σχετικοί στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο:
  • περιορισμός σε < 15% του ποσοστού των ατόμων με χαμηλές επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες (από 20% που ήταν το 2009) 
  • μείωση σε < 10% του ποσοστού των νέων ηλικίας 18-24 που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση (από 14,1% που ήταν το 2010) 
  • αύξηση σε 15% του ποσοστού των ενηλίκων 25-65 ετών που συμμετέχουν στη ΔΒΜ (από 9,1% που ήταν το 2010). 
Δρ. Μιχάλης Κατσιμίτσης
Eπιστημονικός Σύμβουλος - EduJob.gr

Αυξημένη Ζήτηση Προπτυχιακών και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων

Πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα στην εξεύρεση κατάλληλα εκπαιδευμένων στελεχών, τα οποία να είναι εξοπλισμένα με σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνται από την αγορά εργασίας, κυρίως σε ειδικότητες αιχμής.

Ακόμη και αν παραβλέψει κάποιος την οικονομική δυσχέρεια αναφορικά με το κόστος σπουδών, εν τούτοις παραμένει και ο προβληματισμός σε ποιά σχολή πρέπει να σπουδάσει κάποιος και τι επαγγελματικές προοπτικές θα έχει στο μέλλον σε μία εποχή που όλα μοιάζουν ρευστά και αβέβαια.

Ως εκ τούτου οι νέοι, βλέποντας τα αδιέξοδα που υπάρχουν σε πολλές ειδικότητες στην Ελλάδα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας επιχειρήσεων να συντηρήσουν μεγάλο αριθμό επιστημόνων, στρέφουν το βλέμμα τους προς ειδικότητες που συνεχίζουν να έχουν ζήτηση στο εξωτερικό ή σε κάποιες άλλες καινοτόμες και ανερχόμενες ειδικότητες που δεν έχουν υποστεί ακόμα κορεσμό στην Ελλάδα. Στις μέρες μας υπάρχει άλλωστε πολύ μεγαλύτερη ζήτηση για πτυχιούχους σε σχέση με το παρελθόν.

Επειδή οι περισσότερες θέσεις είναι πλέον εξειδικευμένες, στην πλειοψηφία τους οι εταιρίες προσλαμβάνουν πτυχιούχους με τη σιγουριά ότι λόγω των σπουδών που έχουν κάνει, έχουν αποκτήσει το γνωστικό υπόβαθρο για να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντα τους.

Έτσι, οι περισσότεροι νέοι στοχεύουν αρχικά σε ένα πτυχίο, θεωρώντας ότι κάνοντας χρήση του αντικείμενου και των γνώσεων που τους δίνει, έχουν την προαπαιτούμενη στερεή βάση επάνω στην οποία θα χτίσουν ένα επιτυχημένο επαγγελματικό μέλλον.

Πράγματι αυτό αποτελεί ένα διαχρονικό δεδομένο που βρίσκει εφαρμογή ακόμα και σε μία κοινωνία που εκτός από την οικονομική, διακατέχεται και από κρίση θεσμών και αξιών. Και ενώ τα περισσότερα πτυχία είναι ισότιμα, παρ'όλα αυτά υπάρχουν κάποια που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση στην αγορά εργασίας.

Σταθερή αξία στην αγορά εργασίας είναι οι σπουδές του Πολυτεχνείου. Όμως, η κρίση που μαστίζει την χώρα μας έχει επηρεάσει σφόδρα τους Πολιτικούς Μηχανικούς, Αρχιτέκτονες, Μηχανολόγους και ήδη οι νέοι απόφοιτοι αναζητούν εργασία σε χώρες του εξωτερικού, κυρίως των αναπτυσσόμενων οικονομιών. Παρ'όλα αυτά οι επιστήμες αυτές θα έχουν πάντα ζήτηση από τους νέους ακόμη και αν χρειαστεί να μετοικήσουν σε άλλη χώρα του εξωτερικού προκειμένου να εργαστούν.

Θετικά αντιμετωπίζονται οι σχολές των λεγόμενων "παραϊατρικών" επαγγελμάτων όπως της Φυσικοθεραπείας, Εργοθεραπείας, Λογοθεραπείας και Διαιτολογίας.

Μεγάλη ζήτηση εξακολουθεί να έχει ο ευρύτερος κλάδος των οικονομικών επαγγελμάτων όπως τα τμήματα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πληροφορικής, Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών.

Προπτυχιακά τμήματα επίσης που έχουν αυξημένη ζήτηση είναι αυτά της Ψυχολογίας, των Παιδαγωγικών και της Ειδικής Αγωγής.

Όσον αφορά τα μεταπτυχιακά, ζήτηση σε υψηλά επίπεδα εμφανίζεται στα προγράμματα ΜΒΑ καθώς και σ'αυτά των θεωρητικών επιστημών όπως της Ειδικής Αγωγής και της Κλινικής Ψυχολογίας.

Γενικά, η εκπαίδευση είναι ένας βασικός παράγοντας διαμόρφωσης κουλτούρας καθώς και της διαδικασίας κοινωνικοποίησης του ατόμου.

Θεωρείται ότι λειτουργεί και ως ασπίδα κατά τη διάρκεια της κρίσης παρέχοντας καλύτερες προοπτικές στην αγορά εργασίας.

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Κριτήρια Επιλογής Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων


Μετά από 4 χρόνια συνεχούς οικονομικής ύφεσης και με το ποσοστό ανεργίας να αγγίζει το 25%, αδιαμφισβήτητα θα περίμενε κανείς μία εμφανή συρρίκνωση των Ελλήνων μεταπτυχιακών σπουδαστών και αντίστοιχα των αιτήσεων για μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών. Αντί αυτού, η πραγματικότητα έρχεται να διαψεύσει τις προβλέψεις παρουσιάζοντας ένα αμείωτο ενδιαφέρον για μεταπτυχιακές σπουδές τόσο στα δημόσια όσο και στα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας αλλά και στο εκπαιδευτικό μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων με προορισμό τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Βιαστικά κρίνοντας, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι πρόκειται για έναν ακόμη ελληνικό παραλογισμό. 'Η μήπως όχι?
Πριν προχωρήσουμε στα κριτήρια βάσει των οποίων ένας σπουδαστής επιλέγει το μεταπτυχιακό πρόγραμμα που θα παρακολουθήσει, αξίζει να εξετάσουμε το γιατί μπορεί να επιθυμεί κανείς να κάνει μεταπτυχιακές σπουδές. Πέρα από την προσωπική ανάπτυξη που συνεπάγεται οποιαδήποτε μορφωτική δραστηριότητα, οι μεταπτυχιακές σπουδές αποτελούν κι ένα διαβατήριο για την αγορά εργασίας. Προς έκπληξη πολλών, τα νούμερα μιλούν από μόνα τους και για την περίπτωση της Ελλάδας. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, η ανεργία ξεπέρασε συνολικά το 22% το πρώτο τρίμηνο του 2012. Την ίδια χρονική περίοδο, το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα παρατηρείται στους κατόχους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών (12,0%). Μάλιστα το ποσοστό σε αυτήν την κατηγορία είναι σχεδόν μισό από το συνολικό και πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο περισσότερο από κάθε άλλη κατηγορία. Τα στατιστικά στοιχεία και για το σύνολο της Ευρώπης αποδεικνύουν ότι οι μεταπτυχιακές σπουδές ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα στην αγορά εργασίας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι από το 2000 έως σήμερα το μέσο ποσοστό ανεργίας σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες είναι παραδοσιακά χαμηλότερο στους κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών συγκριτικά με οποιοδήποτε άλλη κατηγορία μορφωτικού επίπεδου.
Εύλογα, λοιπόν, λαμβάνει κανείς την απόφαση να παρακολουθήσει ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Το δεύτερο βήμα είναι η απόφαση του ποιο μεταπτυχιακό αξίζει να επιλεχθεί. Τα κριτήρια εδώ είναι σίγουρα πολλά και η ιεράρχησή τους δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα προσωπικών προτεραιοτήτων. Παρόλα αυτά, η πλειοψηφία των υποψήφιων σπουδαστών δεν παραλείπει να εξετάσει τα εξής: γνωστικό αντικείμενο του μεταπτυχιακού και απήχηση στην αγορά εργασίας, κόστος, αναγνώριση πτυχίου εντός και εκτός συνόρων και παρεχόμενες εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Ας τα εξετάσουμε αναλυτικότερα.
Ξεκινώντας με το γνωστικό αντικείμενο, δεν είναι λίγοι οι σπουδαστές που επιλέγουν ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα αρκετά διαφορετικό συγκριτικά με τις προπτυχιακές σπουδές τους ή την προϋπηρεσία τους, με σκοπό την απεμπλοκή τους από έναν κορεσμένα εργασιακά κλάδο και τον επαναπροσδιορισμό της επαγγελματικής τους πορείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η πληθώρα φοιτητών που προέρχονται από θεωρητικές - κλασσικές σπουδές και επιλέγουν ένα ΜΒΑ, με σκοπό να μπορέσουν να διεκδικήσουν θέσεις εργασίας που υπάγονται στον τομέα της διοίκησης επιχειρήσεων. Επιπλέον, παρατηρείται και η στροφή του ενδιαφέροντος σε ειδικότητες, οι οποίες καλύπτουν πιο εξειδικευμένες θέσεις εργασίας στις οποίες υπάρχει έλλειψη καταρτισμένων στελεχών από τη μία και προσφορά αρκετών θέσεων εργασίας από την άλλη. Τέτοια παραδείγματα για την ελληνική πραγματικότητα αποτελούν η ναυτιλία, ο τουρισμός, το μάρκετινγκ με έμφαση στις πωλήσεις και τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας (γνωστά ως digital and social media) καθώς και η λογιστική με έμφαση στα διεθνή λογιστικά πρότυπα.
Το κόστος ενός μεταπτυχιακού προγράμματος αποτελεί αδιαμφισβήτητα βασικό παράγοντα για την λήψη της τελικής απόφασης. Η σημασία του παράγοντα αυτού ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια λόγω της μείωσης του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Μία σημαντική αλλαγή είναι σίγουρα η στροφή των ελλήνων σπουδαστών στα εγχώρια δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Παράπλευρη συνέπεια αυτής της εισοδηματικής αλλαγής ήταν από τη μία, η στροφή των σπουδαστών που επιθυμούσαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό στα εγχώρια ιδρύματα που τους προσφέρουν μέσω franchise τη δυνατότητα να μένουν στην Ελλάδα και να αποκτούν τον ίδιο ακριβώς τίτλο σπουδών. Από την άλλη, παρατηρήθηκε παράλληλα συγκέντρωση των αιτήσεων για μεταπτυχιακά προγράμματα στα δημόσια Πανεπιστήμια των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα - Θεσσαλονίκη) με παράλληλη μείωση της ζήτησης στα περιφερειακά ιδρύματα.
Η φήμη του εκπαιδευτικού ιδρύματος και η αναγνώριση του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, κυρίως από την αγορά εργασίας, αποτελούν επίσης σημαντικούς παράγοντες πριν την τελική επιλογή ενός μεταπτυχιακού προγράμματος. Σημαντικά αυξανόμενης σημασίας είναι το τελευταίο χρονικό διάστημα η αναγνώριση του τίτλου τόσο στην εγχώρια όσο και στην εξωτερική αγορά εργασίας, καθώς υπάρχει ένα μεγάλο τμήμα φοιτητών που επιλέγουν για οικονομικούς λόγους να σπουδάσουν στην Ελλάδα αλλά στοχεύουν αμέσως μετά στη διεκδίκηση μιας θέσης εργασίας στο εξωτερικό, δεδομένων των εγχώριων δυσκολιών.
Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί ότι οι μεταπτυχιακοί σπουδαστές εξετάζουν όλο το πακέτο των παρεχόμενων υπηρεσιών που μπορεί να τους προσφέρει ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα προτού λάβουν την τελική τους απόφαση. Αρκετά συχνά αξιολογούν το επίπεδο του διδακτικού προσωπικού, τις υποδομές, τις πηγές μάθησης έξω από την τάξη (βιβλιοθήκες, ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες, ηλεκτρονική τάξη), και τις επιπρόσθετες υπηρεσίες που δύνανται να λάβουν, όπως διασύνδεση με την αγορά εργασίας, συμμετοχή σε συνέδρια και ημερίδες και άλλα παρόμοια.
Φυσικά τα παραπάνω κριτήρια σε καμία περίπτωση δεν εξαντλούν τη λίστα των προσωπικών επιθυμιών που ολοκληρώνει τον χάρτη αγοραστικών αποφάσεων κάθε υποψήφιου σπουδαστή, αλλά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι απασχολούν την πλειοψηφία αυτών. Με βεβαιότητα, επίσης, μπορούμε να πούμε ότι οι μεταπτυχιακοί σπουδαστές είναι σήμερα ένα ώριμο και συνάμα απαιτητικό κοινό και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζονται από κάθε σύγχρονο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Ιωάννα Τσόκα, BSc, MBA, PhD c.

Επικεφαλής Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων 
Mediterranean College