Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Αναζωπύρωση του επιχειρηματικού πνεύματος μέσω της εκπαίδευσης


Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία που διανύει είναι περισσότερους επιχειρηματίες, περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος απαραίτητη καθίσταται η τόνωση του επιχειρηματικού πνεύματος των νέων, ενώ αναγνωρίζεται πλέον ευρέως ότι ο κυριότερος μοχλός προώθησης και ενίσχυσης της επιχειρηματικής νοοτροπίας και συμπεριφοράς είναι η εκπαίδευση.

Η επιχειρηματικότητα αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου να μετατρέπει τις ιδέες του σε πράξη. Κύρια συστατικά της είναι η δημιουργικότητα, η ικανότητα ανάληψης κινδύνου και πρωτοβουλίας, ανάπτυξης καινοτομίας, καθώς και η ικανότητα σχεδιασμού και διαχείρισης ενός project με σκοπό την επίτευξη ορισμένων στόχων. Προϋποθέτει, επομένως, ένα σύνολο ικανοτήτων, εξειδικευμένη γνώση και επιχειρηματικές δεξιότητες.

Ο υψηλός βαθμός επιχειρηματικότητας είναι κρίσιμο συστατικό για την ανταγωνιστικότητα και κατ' επέκταση για τους ρυθμούς ανάπτυξης μιας οικονομίας. Χωρίς τις θέσεις εργασίας που συνεπάγεται η δημιουργία νέων επιχειρήσεων, η αύξηση της απασχόλησης κατά μέσο όρο θα ήταν αρνητική. Οι νέες εταιρείες και, ιδιαίτερα, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνιστούν τη σημαντικότερη πηγή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο αριθμός των νέων θέσεων εξαιτίας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ευρώπη ανέρχεται σε 4 εκατομμύρια κάθε χρόνο. Ωστόσο, το ποσοστό των ατόμων που επιθυμούν να γίνουν επιχειρηματίες έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία τρία χρόνια στην Ευρώπη, από 45% σε 37%. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (50%), το 68% όμως των ατόμων πιστεύουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Ο σημαντικότερος παράγοντας που μπορεί να δώσει ώθηση στην επιχειρηματικότητα είναι η εκπαίδευση. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 15 με 20 τοις εκατό των μαθητών που λαμβάνουν μέρος σε κάποιο πρόγραμμα επιχειρηματικότητας κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, θα ξεκινήσει μελλοντικά τη δική του επιχείρηση. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσοστό του γενικότερου πληθυσμού κατά τρεις με έξι φορές. Επιπλέον  η απόκτηση ικανοτήτων σχετικών με την επιχειρηματικότητα συνδέεται με υψηλότερη απασχόληση των νέων: σε πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 78% των φοιτητών της επιχειρηματικότητας απασχολήθηκαν κατευθείαν μετά το πέρας των σπουδών τους, έναντι 59% των υπολοίπων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Επομένως, ή ένταξη της επιχειρηματικότητας στην εκπαίδευση είναι από τις πιο προσοδοφόρες επενδύσεις στις οποίες θα πρέπει να δώσουν έμφαση οι ιθύνοντες προκειμένου να ενισχύσουν την ανάπτυξη, σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Παρόλα αυτά, όπως αποκαλύπτει η πιο πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου για την επιχειρηματικότητα, το 76% των Ευρωπαίων δηλώνει πως δεν έχει παρακολουθήσει ποτέ κάποιο μάθημα σχετικό με την επιχειρηματικότητα. Το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα είναι ακόμα μεγαλύτερο και αγγίζει το 83%.

Παρόλο που αρκετές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιτυχημένα εισάγει την επιχειρηματικότητα στην εκπαιδευτική διαδικασία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει πως η εκπαίδευση αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα θα πρέπει να μετατραπεί σε βιωματική μάθηση μέσα από παραδείγματα από την πραγματική ζωή και να συμπεριλαμβάνει τη συμμετοχή των ίδιων των επιχειρηματιών. Για το λόγο αυτό τον περασμένο Ιανουάριο υιοθέτησε το Entrepreneurship 2020 Action Plan, με το οποίο καλεί όλες τις χώρες μέλη να διασφαλίσουν την ενσωμάτωση της επιχειρηματικότητας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαιδευτικής διαδικασίας μέχρι το 2015. Προς την κατεύθυνση αυτή, θετική θα μπορούσε να αποβεί η χρήση εργαλείων εξειδικευμένης επιμόρφωσης (e-mentoring) για την επιλογή της κατάλληλης εκπαιδευτικής κατεύθυνσης με βάση τις επαγγελματικές προοπτικές που διαμορφώνονται. Οι άλλοι δύο πυλώνες που περιλαμβάνει το πρόγραμμα, εκτός από την εκπαίδευση και την κατάρτιση, αφορούν στη δημιουργία ενός καταλληλότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην καλλιέργεια μιας αντίληψης για τους επιχειρηματίες διαφορετικής από αυτήν που υπάρχει σήμερα. Το τελευταίο πηγάζει από το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες δεν προβάλλονται ως πρότυπα στη σημερινή κοινωνία, όπως συμβαίνει με άλλα επαγγέλματα, με αποτέλεσμα η καριέρα ως επιχειρηματίας να κατατάσσεται ιδιαίτερα χαμηλά στη λίστα με τα πιο ελκυστικά επαγγέλματα για τους νέους, κάτι που συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα για τα άτομα που θέλουν να ακολουθήσουν την κατεύθυνση αυτή.

Νικολέτα Δανιηλοπούλου
Οικονομολόγος MSc
Ερευνήτρια της Edujob.gr

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Ο Μακρύς Δρόμος της Διά Βίου Μάθησης

Η Διά Βίου Μάθηση (ΔΒΜ) στην Ελλάδα είναι ένας τομέας της εκπαίδευσης, όπου το τοπίο είναι θολό τόσο ως προς το περιεχόμενο, όσο και ως προς τις δράσεις και τα αποτελέσματά της. Κι αυτό, ενώ η σημασία της είναι τόσο μεγάλη για το άτομο και την επαγγελματική του πορεία, ώστε να αποτελεί προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Για τους λόγους αυτούς, είναι ιδιαίτερα σημαντική η πρώτη έκθεση για τη Διά Βίου Μάθηση στην Ελλάδα, την οποία εκπόνησε η Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης και αφορά το 2012. Στόχος της είναι να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα της ΔΒΜ στην Ελλάδα, καταγράφοντας όσο δυνατόν περισσότερες δράσεις ΔΒΜ, καθώς και τις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από το δημόσιο τομέα και τους βασικούς κοινωνικούς εταίρους. Όσο για το συμπέρασμα που προκύπτει, αυτό είναι ότι ακόμα βρισκόμαστε στην αρχή της πορείας και ο δρόμος είναι μακρύς και επίπονος.

Η γενική εικόνα που δείχνει η Έκθεση για την Ελλάδα είναι αποθαρρυντική, καθώς η χώρα μας εμφανίζει ένα ποσοστό μόλις 3% συμμετοχής σε προγράμματα ΔΒΜ ατόμων 25-65 ετών. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ-17 και το πέμπτο χαμηλότερο στην ΕΕ-27 - ακολουθούν Σλοβακία και Ουγγαρία (2,8%), Ρουμανία (1,3%) και Βουλγαρία (1,2%).

Η βελτίωση της κατάστασης συναντά ιδιαίτερες δυσκολίες, λόγω της ελλιπούς ή στρεβλής αντίληψης σχετικά με τη ΔΒΜ, αφού οι πάροχοι ΔΒΜ θεωρούν τον εαυτό τους διεκπεραιωτή χρηματοδοτικού προγράμματος αντί για πάροχο (αυτό αφορά περισσότερο του φορείς του Δημοσίου). Επίσης υπάρχει σημαντική άγνοια ή ελλιπής ενημέρωση, εκ μέρους των παρόχων, όσον αφορά τις αρχές και τις προδιαγραφές της ΔΒΜ και της εκπαίδευσης ενηλίκων, καθώς και άγνοια για τη συμμετοχή των ίδιων των φορέων στο θεσμοθετημένο Εθνικό Δίκτυο ΔΒΜ (ΕΔΔΒΜ), αλλά παρατηρείται σημαντική διάθεση εκ μέρους των παρόχων για συνεργασία και ανταλλαγή απόψεων για θέματα ΔΒΜ.

Για το προφανές ότι η κατάσταση αυτή χρειάζεται βελτίωση, η Έκθεση θεωρεί ότι απαιτείται: χαρτογράφηση του χώρου και διαρκής επικαιροποίηση του μητρώου των φορέων της ΔΒΜ, εκστρατεία ενημέρωσης των παρόχων για τη ΔΒΜ και το ΕΔΔΒΜ, εκπαίδευση και πιστοποίηση των εκπαιδευτών που υλοποιούν προγράμματα σε όλους τους φορείς (υπουργεία, οργανισμούς, ιδρύματα, συλλογικότητες κ.ά.), καθιέρωση προδιαγραφών ποιότητας για φορείς και προγράμματα (υπήρξε η τάση να αξιολογείται ένα πρόγραμμα βάσει του φορέα χρηματοδότησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών του), και, τέλος, ανάπτυξη συστήματος διασύνδεσης των παρόχων, ώστε να διευκολύνεται η αξιοποίηση συνεργειών και η ανταλλαγή τεχνογνωσίας-δικτύωση των μελών του ΕΔΔΒΜ μέσω του portal της ΓΓΔΒΜ.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές και δράσεις που πρόκειται να αναπτυχθούν θα πρέπει να είναι στραμμένες προς την κατεύθυνση της ανταπόκρισης σε συγκεκριμένες προκλήσεις:

  • αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των ατόμων 25-65 ετών στη ΔΒΜ
  • ενίσχυση της ελκυστικότητας των δομών και προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης ενηλίκων
  • άρση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στη ΔΒΜ
  • διϋπουργική συνεργασία για τον συντονισμό σε εθνικό επίπεδο για τα ζητήματα της ΔΒΜ
  • πιστοποίηση παρόχων και δικτύωσή τους σε εθνικό επίπεδο (ένταξή τους στο ΕΔΔΒΜ)
  • αξιοποίηση της συμπληρωματικότητας και των συνεργειών μεταξύ των παρόχων, με στόχο την αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών και την παράλληλη εξοικονόμηση πόρων
  • ανάπτυξη μηχανισμού παρακολούθησης και διασφάλισης της ποιότητας στη ΔΒΜ
  • στρατηγική αναδιοργάνωση των παρεχόμενων υπηρεσιών ΔΒΜ ως προς το αντικείμενο, τα μέσα, τις διαδικασίες και τους ωφελούμενους με στόχο οι προσφερόμενες υπηρεσίες μάθησης να είναι:
    • υψηλής ποιότητας
    • προσαρμοσμένες στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντα των πολιτών
    • πιο εύκολα προσβάσιμες σε όλους/ες
    • σε άμεση σύνδεση με την αγορά εργασίας και με την κοινωνία
    • ενταγμένες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε να διευκολύνεται η κινητικότητα μέσα σε αυτό.

Για να γίνει πιο κατανοητή η εικόνα του τοπίου που επιδιώκεται να διαμορφωθεί στο χώρο της ΔΒΜ, αξίζει να αναφερθούν οι σχετικοί στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο:
  • περιορισμός σε < 15% του ποσοστού των ατόμων με χαμηλές επιδόσεις στις βασικές δεξιότητες (από 20% που ήταν το 2009) 
  • μείωση σε < 10% του ποσοστού των νέων ηλικίας 18-24 που εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση και την κατάρτιση (από 14,1% που ήταν το 2010) 
  • αύξηση σε 15% του ποσοστού των ενηλίκων 25-65 ετών που συμμετέχουν στη ΔΒΜ (από 9,1% που ήταν το 2010). 
Δρ. Μιχάλης Κατσιμίτσης
Eπιστημονικός Σύμβουλος - EduJob.gr

Αυξημένη Ζήτηση Προπτυχιακών και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων

Πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα στην εξεύρεση κατάλληλα εκπαιδευμένων στελεχών, τα οποία να είναι εξοπλισμένα με σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες που απαιτούνται από την αγορά εργασίας, κυρίως σε ειδικότητες αιχμής.

Ακόμη και αν παραβλέψει κάποιος την οικονομική δυσχέρεια αναφορικά με το κόστος σπουδών, εν τούτοις παραμένει και ο προβληματισμός σε ποιά σχολή πρέπει να σπουδάσει κάποιος και τι επαγγελματικές προοπτικές θα έχει στο μέλλον σε μία εποχή που όλα μοιάζουν ρευστά και αβέβαια.

Ως εκ τούτου οι νέοι, βλέποντας τα αδιέξοδα που υπάρχουν σε πολλές ειδικότητες στην Ελλάδα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας επιχειρήσεων να συντηρήσουν μεγάλο αριθμό επιστημόνων, στρέφουν το βλέμμα τους προς ειδικότητες που συνεχίζουν να έχουν ζήτηση στο εξωτερικό ή σε κάποιες άλλες καινοτόμες και ανερχόμενες ειδικότητες που δεν έχουν υποστεί ακόμα κορεσμό στην Ελλάδα. Στις μέρες μας υπάρχει άλλωστε πολύ μεγαλύτερη ζήτηση για πτυχιούχους σε σχέση με το παρελθόν.

Επειδή οι περισσότερες θέσεις είναι πλέον εξειδικευμένες, στην πλειοψηφία τους οι εταιρίες προσλαμβάνουν πτυχιούχους με τη σιγουριά ότι λόγω των σπουδών που έχουν κάνει, έχουν αποκτήσει το γνωστικό υπόβαθρο για να αντεπεξέλθουν στα καθήκοντα τους.

Έτσι, οι περισσότεροι νέοι στοχεύουν αρχικά σε ένα πτυχίο, θεωρώντας ότι κάνοντας χρήση του αντικείμενου και των γνώσεων που τους δίνει, έχουν την προαπαιτούμενη στερεή βάση επάνω στην οποία θα χτίσουν ένα επιτυχημένο επαγγελματικό μέλλον.

Πράγματι αυτό αποτελεί ένα διαχρονικό δεδομένο που βρίσκει εφαρμογή ακόμα και σε μία κοινωνία που εκτός από την οικονομική, διακατέχεται και από κρίση θεσμών και αξιών. Και ενώ τα περισσότερα πτυχία είναι ισότιμα, παρ'όλα αυτά υπάρχουν κάποια που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση στην αγορά εργασίας.

Σταθερή αξία στην αγορά εργασίας είναι οι σπουδές του Πολυτεχνείου. Όμως, η κρίση που μαστίζει την χώρα μας έχει επηρεάσει σφόδρα τους Πολιτικούς Μηχανικούς, Αρχιτέκτονες, Μηχανολόγους και ήδη οι νέοι απόφοιτοι αναζητούν εργασία σε χώρες του εξωτερικού, κυρίως των αναπτυσσόμενων οικονομιών. Παρ'όλα αυτά οι επιστήμες αυτές θα έχουν πάντα ζήτηση από τους νέους ακόμη και αν χρειαστεί να μετοικήσουν σε άλλη χώρα του εξωτερικού προκειμένου να εργαστούν.

Θετικά αντιμετωπίζονται οι σχολές των λεγόμενων "παραϊατρικών" επαγγελμάτων όπως της Φυσικοθεραπείας, Εργοθεραπείας, Λογοθεραπείας και Διαιτολογίας.

Μεγάλη ζήτηση εξακολουθεί να έχει ο ευρύτερος κλάδος των οικονομικών επαγγελμάτων όπως τα τμήματα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πληροφορικής, Λογιστικής και Χρηματοοικονομικών.

Προπτυχιακά τμήματα επίσης που έχουν αυξημένη ζήτηση είναι αυτά της Ψυχολογίας, των Παιδαγωγικών και της Ειδικής Αγωγής.

Όσον αφορά τα μεταπτυχιακά, ζήτηση σε υψηλά επίπεδα εμφανίζεται στα προγράμματα ΜΒΑ καθώς και σ'αυτά των θεωρητικών επιστημών όπως της Ειδικής Αγωγής και της Κλινικής Ψυχολογίας.

Γενικά, η εκπαίδευση είναι ένας βασικός παράγοντας διαμόρφωσης κουλτούρας καθώς και της διαδικασίας κοινωνικοποίησης του ατόμου.

Θεωρείται ότι λειτουργεί και ως ασπίδα κατά τη διάρκεια της κρίσης παρέχοντας καλύτερες προοπτικές στην αγορά εργασίας.